Πρόσφατα το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών εγκαινίασε το λεγόμενο «μνημείο προς την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα», χαρακτηρίζοντας τον μικρομεσαίο επιχειρηματία ως «θεμέλιο της επιχειρηματικότητας» με σύμβολο τον Προμηθέα.
Το ενδιαφέρον αυτού του συμβολισμού έγκειται στην ίδια τη φιγούρα του Προμηθέα. Ενός ημίθεου όπου παράκουσε τις εντολές των θεών και έδωσε την ζωτικής σημασίας φλόγα στην ανθρωπότητα. Γι’ αυτή του την πράξη ο Προμηθέας τιμωρήθηκε, δέθηκε στο όρος Ελμπρούζ και ένας γύπας καθημερινά έτρωγε το συκώτι του. Η τιμωρία έληξε με την απελευθέρωση του Προμηθέα από τον επίσης ημίθεο Ηρακλή.

Δεν ξέρω τι ακριβώς είχε στο μυαλό της η δημιουργός του αγάλματος, αν όμως ήθελε να ταυτίσει τον Προμηθέα με τον μικρομεσαίο, τότε μάλλον θεωρούσε ότι ο τελευταίος είναι ένας σύγχρονος Προμηθέας που φέρει στην ανθρωπότητα την φλόγα της επιχειρηματικότητας, κόντρα στις κρατικίστικες κυβερνήσεις και στην πασοκοκρατούμενη κοινωνία των διορισμών. Γι’ αυτό τον λόγο κιόλας τιμωρείται με βαριά φορολογία, περιμένοντας έναν Ηρακλή-Μητσοτάκη να τον σώσει. Εν αντιθέσει του μύθου βέβαια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης όχι μόνο δεν τον έσωσε αλλά τον έφτυσε και στα μούτρα, παρά το γεγονός ότι και στις δύο εκλογές ένα συντριπτικά μεγάλο ποσοστό μικρομεσαίων ψήφισε υπέρ του.
Φυσικά ένα τέτοιο μνημείο δεν εξυπηρετεί τίποτα παραπάνω από πολιτικούς παραγοντισμούς του κυβερνώντος κόμματος και ίσως κάποιες φαντασιώσεις μικροαστών που νομίζουν ότι θα γίνουν ο επόμενος Ίλον Μασκ απλά και μόνο επειδή κληρονόμησαν ένα ακίνητο από την μάνα τους, πήραν δυο ΕΣΠΑ και την είδα αυτοδημιούργητοι. Στο φαντασιακό του καθενός άλλωστε μπορούν να ισχύουν τα πάντα. Κάποιοι δουλεύουν σερβιτόροι, αγοράζουν μια ακριβή μηχανή και παριστάνουν τους γιάπηδες. Άλλοι πάνε διακοπές εκτός Ευρώπης και το παίζουν κοσμοπολίτες. Με λίγη απολιτίκ πρέζα παραπάνω, αρκετοί θα νομίζουν ότι ανήκουν στην μεσαία τάξη, όπως άλλωστε ίσχυε παλαιότερα κατά τα προμνημονιακά χρόνια.
Τι στο διάολο όμως είναι αυτή η μεσαία τάξη και πως ακριβώς ορίζεται; Ποιοι είναι αυτοί οι μικρομεσαίοι για τους οποίους αφιερώθηκε το μνημείο; Όσοι έχουν επιχείρηση ανεξαρτήτως μεγέθους και ετήσιων μονάδων εργασίας; Όσοι εμφανίζουν κέρδη από ένα ποσό και πάνω; Μήπως σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι «μπλοκάκηδες», ή όλοι όσοι έχουν μεγάλες απολαβές ασχέτως αν είναι επιχειρηματίες ή εργαζόμενοι; Οι απαντήσεις είναι πολλές και οι ορισμοί που και που συγκλίνουν σε μερικά σημεία ενώ διαφέρουν σε άλλα. Σύμφωνα με την χρήση του όρου στην ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική σκηνή, ως μεσαία τάξη ορίζονται τα νοικοκυριά που βρίσκονται στη «μέση» της κατανομής του εισοδήματος. Για παράδειγμα, συχνά χρησιμοποιείται το εύρος μεταξύ του 60% και του 200% του διάμεσου εισοδήματος της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι αν το διάμεσο εισόδημα σε μια χώρα είναι 30.000 ευρώ,ως μεσαία τάξη θα θεωρούνταν αυτοί που βγάζουν μεταξύ 18.000 και 60.000 ευρώ ετησίως.
Στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή είναι σύνηθες ο όρος να χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ευρεία μάζα, τον πυλώνα του κράτους και της δημοκρατίας με δυνατότητα κοινωνικής κινητικότητας. Η ασάφεια του όρου επιτρέπει στους πολιτικούς να απευθύνονται σε ένα ευρύτατο ακροατήριο χωρίς να δεσμεύονται σε συγκεκριμένες ομάδες εισοδήματος, κάτι το οποίο έχει οδηγήσει μια μεγάλη ευρωπαϊκή πλειοψηφία να αυτοπροσδιορίζεται ως μεσαία τάξη δίχως να πληρεί τους όρους, ακόμα και αυτούς τους ασαφείς όρους που αναφέρω παραπάνω.
Εδώ όμως έρχεται ένα άλλο ερώτημα. Αν η μεσαία τάξη ορίζεται βάσει του βιοτικού επιπέδου και των απολαβών, τότε ο όρος «τάξη» χάνει την σημασία του εφόσον και ένας καλά αμειβόμενος εργαζόμενος θεωρείται μεσαία τάξη. Παραδείγματος χάριν, εάν ένας προγραμματιστής έχει καθαρές απολαβές 1.500€/μήνα και ένας ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου έχει καθαρά κέρδη γύρω στα 1.000-1.100€/μήνα, τότε ο προγραμματιστής θεωρείται ανώτερο «μεσοαστικό» στρώμα από τον βιβλιοπώλη παρά το γεγονός ότι ο πρώτος είναι υπάλληλος ενώ ο δεύτερος επιχειρηματίας. Αυτή η πολύ επιφανειακή ερμηνεία της «μεσαίας τάξης» (και της ίδιας της «τάξης» θα ‘λεγα) αφαιρεί κάθε άλλη συνθήκη που κάνει τον βιβλιοπώλη από τον προγραμματιστή να διαφέρουν περιορίζοντας τα πάντα στα κέρδη και στις απολαβές.
Γνωρίζουμε όμως ότι όσο καλό μισθό και να λαμβάνει ο προγραμματιστής παραμένει υπό την εξουσία του εργοδότη του. Μπορεί το project στο οποίο δουλεύει να μην πάει καλά ή να ολοκληρωθεί και να βρει τον εαυτό του άνεργο, ή να μεταφερθεί σε ένα άλλο project με λιγότερες αμοιβές. Μπορεί επίσης ο καλά αμειβόμενος κλάδος της πληροφορικής να υποστεί κάποια κρίση ή πολλές από τις ανθρώπινες εργασίες να αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη – όπως γίνεται τα τελευταία 4 χρόνια -, πράγμα το οποίο σίγουρα θα φέρει πτώση μισθών και μειώσεις του ανθρώπινου προσωπικού. Η εμπειρία της κρίσης και των μνημονίων θα έπρεπε να μας είχε διδάξει πάρα πολλά γι’ αυτό το ζήτημα.
Αυτό που έχουν κατορθώσει με τον όρο «μεσαία τάξη» είναι να δημιουργήσουν μια ψευδαίσθηση κοινών συμφερόντων μεταξύ ανθρώπων με αντικρουόμενες ταξικές θέσεις. Ο μισθωτός προγραμματιστής και ο ιδιοκτήτης μικροεπιχείρησης μπορεί να έχουν κοινά οικονομικά προβλήματα (π.χ. υψηλό κόστος ζωής), αλλά έχουν εντελώς διαφορετικά συμφέροντα όσον αφορά τους εργασιακούς νόμους, τη φορολογία εισοδήματος έναντι φορολογίας κερδών, κλπ. Ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος τα έχει συγχωνεύσει, προκειμένου να δημιουργήσει μια ευρεία πλειοψηφία που νομίζει ότι ανήκει στην ίδια κατηγορία. Την κατάλληλη στιγμή – και κατά την κρίση – όλες αυτές οι αντιθέσεις όμως βγαίνουν στην επιφάνεια. Είτε αυτό λέγεται κάρτα εργασίας και εργοδοτική αυθαιρεσία, είτε λέγεται 13ωρο, είτε λέγεται διάλυση του συνδικαλισμού και κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Χτίζοντας όμως την ιδέα του «μεσαίου», όλη αυτή η μάζα καταλήγει να λησμονεί το προηγούμενο κοινωνικό συμβόλαιο, «τις παλιές καλές εποχές του Ψυχρού Πολέμου», αντί να οργανώνεται και να μάχεται συλλογικά για διεκδικήσεις προς το άμεσο συμφέρον της.
Εν τέλει, ασχέτως του ότι και οι μικροαστοί και οι εργαζόμενοι πλήττονται, υπάρχει μία πολύ βασική διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο που τους διαφοροποιεί και αυτή δεν είναι άλλη από την κατοχή ιδιοκτησίας. Για να το πάω και ένα βήμα παραπέρα, εντός και της ίδιας της μικροαστικής τάξης υπάρχουν ιεραρχικά κριτήρια και κατηγοριοποιήσεις βασισμένα στα μεγέθη της επιχείρησης, στον αριθμό επιχειρήσεων, στο αν συμμετέχουν ή όχι σε κάποιο χρηματιστήριο κλπ. Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με την θεωρητική μπουρδολογία των Ευρωπαίων αστών οικονομολόγων αυτές οι κατηγοριοποιήσεις γίνονται με κοινό παράγοντα την κατοχή ιδιοκτησίας, όχι τα εισοδήματα.
Αφήνοντας όμως τα μνημόνια και τον Ψυχρό Πόλεμο πίσω μας και κοιτάζοντας λίγο το σήμερα, οι καιροί είναι τέτοιοι που κάθε διαταξικό -και υπερταξικό (ότι δηλαδή «υπερβαίνει» την έννοια της τάξης)- αφήγημα, δεν στοχεύει σε τίποτα λιγότερο από το να διατηρήσει την κοινωνική ειρήνη και την πολιτική σταθερότητα σε κάθε ευρωπαϊκό κράτος. Οι αντιθέσεις πρέπει να αμβλυνθούν και κάθε πολίτης να κοιτά πως θα ευημερήσει δίχως να αμφισβητεί το στάτους κβο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι ίδιοι που καθιέρωσαν τον όρο «μεσαία τάξη», πλέον δείχνουν να τον εγκαταλείπουν υιοθετώντας το νεοφιλελεύθερο αφήγημα του «δεν υπάρχει κοινωνία, αλλά άτομα». Ρόλο σε αυτό πιθανώς να έπαιξαν και διάφορες μαζικές, διαταξικές κινητοποιήσεις ρεφορμιστικών αιτημάτων όπως ήταν τα κίτρινα γιλέκα στην Γαλλία, το κίνημα των Τεμπών στην Ελλάδα και άλλα, πράγμα που απέδειξε ότι ίσως να μην αρκούσε η αποπολιτικοποίηση που έφερε ο όρος «μεσαία τάξη» και χρειάζεται μία ακόμα μεγαλύτερη δόση ατομικισμού.
