Πώς γράφεται άραγε η ιστορία; Υπάρχει κάποια αντικειμενικότητα στις ιστοριογραφικές μελέτες ή πρόκειται απλά για σύγκρουση αφήγηματων; Κυρίαρχος στην ιστοριογραφία είναι ο νικητής των μεγάλων γεγονότων και τη συγγράφει όπως αυτός επιθυμεί ή πάντα υπάρχει μία βάση σε όσα διαβάζουμε, ασχέτως αν πρόκειται ακόμα και για εξόφθαλμη και χυδαία προπαγάνδα;
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτή η βάση υπάρχει π.χ. και στα έργα του ναζί Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, όπου παρουσιάζει την ανθρώπινη ιστορία ως μία σύγκρουση μεταξύ των «βαρβάρων αλλά πολιτισμένων Αρίων» και των «εκφυλισμένων γηγενών πληθυσμών», είτε πρόκειται για σημιτικά και καυκάσια φύλα, είτε για τους Δραβίδες, είτε ακόμα και για τους Ετρούσκους. Όσο αστείο κι αν φαίνεται πλέον αυτό το αφήγημα έχει κάποια βάση και οφείλει να έχει κάποια βάση ειδάλλως δεν θα γινόταν πιστευτό και θα αντιμετωπίζονταν όπως οι μύθοι για την κούφια Γη, τα Βριλ και τα Νεφελίμ. Εδώ κιόλας κρύβεται και η παγίδα τέτοιου τύπου ιστοριογραφίας: βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα -όπως η μετακίνηση των Ινδοευρωπαϊκών πληθυσμών στην Ευρώπη και οι συγκρούσεις με τα γηγενή φύλα- χρησιμοποιώντας όμως ιδεολογικά φορτισμένη γλώσσα (π.χ. εκφυλισμένος) και παραποιώντας την πραγματική ιστορία μέσω της πλήρως ιδεολογικοποιημένης ερμηνείας της. Έτσι ένας αθώος αναγνώστης μπορεί να θεωρήσει ότι αυτή είναι η πραγματική ιστορία και η αντικειμενική ερμηνεία των γεγονότων.
Ας αφήσουμε όμως τον Ρόζενμπεργκ και τις παγγερμανικές ονειρώξεις του -που τον έκαναν να βλέπει ως άριους ξανθούς γαλανομάτηδες ακόμα και τους Σουμέριους- και ας ταξιδέψουμε στην Φινλανδία του 1917, στον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η ανατροπή της κυβέρνησης Κερένσκι και η εμφυλιακή κατάσταση που επικράτησε στο σοσιαλιστικό κράτος-βρέφος, έδωσε την ευκαιρία στο Συντηρητικό Κόμμα που διοικούσε την Φινλανδία να κηρύξει ανεξαρτησία, μία απόφαση την οποία στήριξε όλο το Κοινοβούλιο, ακόμα και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που αν και διαφωνούσε με το περιεχόμενο της Διακήρυξης, δεν διαφωνούσε με την εθνική ανεξαρτησία σε μία απόπειρα να πάρει με το μέρος του τους εθνικιστές εργάτες, μια απόφαση την οποία θα μετάνιωνε αργότερα. Μέχρι εδώ είμαστε εντάξει και δεν θα δούμε πολλές διαφορές μεταξύ της δεξιάς και της αριστερής ιστοριογραφίας, εκτός βέβαια από τις κατηγορίες που εξαπέλυσαν οι δεξιοί προς τους Φινλανδούς μπολσεβίκους αποκαλώντας τους «σοβιετικούς πράκτορες».
Η σύγκρουση αφηγημάτων ξεκινά τον Γενάρη του 1918 με την επίσημη έναρξη του φινλανδικού εμφυλίου. Οι Κόκκινοι ελέγχουν σχεδόν όλη την νότια Φινλανδία και τα μεγάλα βιομηχανικά αστικά κέντρα (Ελσίνκι, Βιιπούρι, Τούρκου, Τάμπερε), ενώ οι Λευκοί τον δασώδη και αραιοκατοικημένο φινλανδικό βορρά, με εξαίρεση το λιμάνι του Όουλου που ανήκει στους Κόκκινους. Η ασταθής κατάσταση που επικράτησε στην Ρωσία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και μετά την γερμανική επίθεση που οδήγησε στην συνθήκη του Μπρεστ-Λίτοφσκ, απέτρεψε τους μπολσεβίκους να στηρίξουν τους Κόκκινους όσο θα ήθελαν, την ώρα που οι Λευκοί έλαβαν ξένη βοήθεια, εθελοντικά τάγματα από την Σουηδία και την Γερμανία, ενώ οι τελευταίοι προσέφεραν και στρατιωτική εκπαίδευση. Στην δεξιά ιστοριογραφία της εποχής παρουσιάζεται ως «διεθνής αγώνας κατά του σοσιαλισμού» ενώ αντιθέτως, η συνεργασία των Φινλανδών Κόκκινων με τους μπολσεβίκους παρουσιάζεται ως «πρακτοριλίκι», παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε κάποιο αίτημα ενσωμάτωσης της Φινλανδίας στηνν ΕΣΣΔ -οι ίδιοι οι Φινλανδοί δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν μεταξύ τους και εν τέλει επικράτησε η γραμμή αυτοδιάθεσης του έθνους, τουλάχιστον στο βραχυπρόθεσμο.
Μετά από τρεις μήνες μαχών και με τον συσχετισμό δύναμης να είναι υπέρ των Λευκών, οι τελευταίοι νίκησαν τον αιματηρό εμφύλιο. Οι Λευκοί παρουσιάστηκαν ως οι σωτήρες του Φινλανδικού Έθνους, οι φορείς της εθνικής ανεξαρτησίας και προόδου, αυτοί που θα φέρουν εις πέρας το Όραμα της Μεγάλης Φινλανδίας από τον Βοθνιακό Κόλπο μέχρι τη Λευκή Θάλασσσα. Οι ηττημένοι Κόκκινοι, είτε έφυγαν από την χώρα είτε υπέστησαν διώξεις, αν και δεν κατορθώθηκε η πλήρης «αποκομμουνιστικοποίηση» του φινλανδικού εργατικού κινήματος.
Μέχρι και την δεκαετία του ‘50, η μαζικότατη πλειοψηφία της ιστοριογραφίας αλλά και της λογοτεχνίας που επικεντρώνονταν στον εμφύλιο πόλεμο υιοθετούσε τα αφηγήματα των Λευκών, ενώ αυτά των Κόκκινων είχαν εξαφαναστεί. Το μονοπώλιο στην ιστοριογραφία ήταν δεδομένο. Σαφώς υπήρξαν και ουδέτερα έργα όπως οι «Ευλαβείς Μηλιές» του Γιόελ Λέχτονεν και η «Ευσεβής Δυστυχία» του Φρανς Έεμιλ Σίλανπαα, παρ’ όλα αυτά όμως, η ιστοριογραφία με αναφορές στα αφηγήματα των Κόκκινων –πόσω μάλλον η κόκκινη ιστοριογραφία αυτή καθ’ αυτή- θα καθυστερούσε πολύ να εμφανιστεί και δώσει το παρόν στα φινλανδικά βιβλιοπωλεία. Ίσως το πρώτο έργο με αναφορές στα κόκκινα αφηγήματα να ήταν η τριλογία «Υπό του Πολικού Αστέρα», του γνωστού συγγραφέα Βάινο Λίννα, γραμμένη μεταξύ 1959 και 1962. Ταυτόχρονα, λόγω της κυριαρχίας της φινλανδικής σοσιαλδημοκρατίας από τα μέσα του ‘50 και ύστερα, αλλά και λόγω της γεωπολιτικής ουδετερότητας της χώρας κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, καλλιεργήθηκε ένας πιο «ανοιχτόμυαλος σοσιαλφιλελευθερισμός» που ήρθε σε απευθείας ρήξη με τα προπολεμικά δεξιά αφηγήματα.
Χάρη σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που αφοσιώθηκαν στην μελέτη της εθνικής ιστορίας συνειδητοποιήσαμε ότι η λατρεία της χερσονήσου της Καρελίας και των Καρελιανών ως «αδελφό έθνος» δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μία πρόφαση για συμμαχία με τους Ναζί και μεγάλες εδαφικές διεκδικήσεις κατά της ΕΣΣΔ. Οι Καρελιανοί που κατοικούσαν στην Φινλανδία, αλλά και στην ΕΣΣΔ, όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκαν ως «αδελφό έθνος» από την φινλανδική ελίτ αλλά ως οπισθοδρομικοί χωριάτες. Όσο κι αν εκθειάζονταν το -καρελιανό και όχι φινλανδικό- Έπος του Καλεβάλα, άλλοι τόσοι Λουθηρανοί πάστορες, δάσκαλοι και εθνογράφοι στέλνονταν στην δυτική και ανατολική Καρελία για να επιτεθούν στις παραδόσεις των ανθρώπων και να εισάγουν έναν βίαιο εκφινλανδισμό. Την χειρότερη μοίρα απ’ όλους είχαν οι Ρώσοι που αντιμετώπισαν σοβαρές πιέσεις για απέλαση και όσοι παρέμειναν αντιμετωπίζονταν ως Β’ κατηγορίας πολίτες, εν δυνάμει πράκτορες της ΕΣΣΔ και βρισκόταν σε ένα άτυπο καθεστώς εξαίρεσης. Για νομαδικές μειονότητες δε όπως οι Σάμι, η κατάσταση επίσης δεν ήταν η καλύτερη, καθώς αντιμετωπίζονταν ως πλήρως απολίτιστοι άγριοι ,οι οποίοι δεν θα ‘πρεπε να ‘χουν δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, είτε αυτό αφορούσε την γλώσσα, είτε την γη που ζούσαν.
Για τους Σάμι η κατάσταση άρχισε να αλλάζει μετά το ‘70 καθώς τα νέα κοινωνικά κινήματα πίεσαν για την αναγνώριση του δικαιώματος τους στην αυτοδιάθεση και το πέτυχαν, δεν συνέβη όμως το ίδιο για τους Καρελιανούς, οι οποίοι είχαν αρχίσει να «αφομοιώνοντα» (εκφινλανδίζονται) ήδη από το ‘45. Εδώ οφείλει να αναφερθεί ότι μετά τον Χειμερινό Πόλεμο και την απώλεια της Καρελίας, γύρω στους 400.000 Καρελιανούς μεταφέρθηκαν δυτικά στις πιο «φινλανδικές περιοχές», ή αλλιώς το 12% του τότε φινλανδικού πληθυσμού. Στο σήμερα οι Καρελιανοί με γνώση της γλώσσας προσμετρώνται στους 11.000 στην χώρα, ενώ βάσει της πληθυσμιακής καταγραφής του 2020 (Rosstat), 14.000 είναι αυτοί της Ρωσίας, δηλαδή η γλώσσα διατηρήθηκε καλύτερα σε ένα «ξένο κράτος» παρά στην «Μητέρα Φινλανδία» του Μαννερχάιμ, του Λόφστρομ, του Σβίνχουφβουντ και της λοιπής Λευκοφρουράς.
Παρατηρήσατε όμως κάτι παράξενο στο επώνυμα των επικεφαλής της Λευκοφρουράς; Είναι όλα σουηδικά! Αν ψάξουμε λίγο παραπάνω θα εντοπίσουμε και μερικά γερμανικά (Βέτσερ, Βίλκμαν) αλλά όχι φινλανδικά τα οποία σπανίζουν. Δεν πρόκειται για ανθρώπους σουηδικής ή γερμανικής καταγωγής, αλλά για Φινλανδούς. Μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα η φινλανδική αστική τάξη θεωρούσε ως προνόμιο την σουηδική και την γερμανική εκπαίδευση, τις σπουδές και την χρήση αυτών των γλωσσών στην καθομιλουμένη. Αντίστοιχα, πολλοί από τους ανώτερους αξιωματούχους του στρατού και γόνοι αστών ή μεγαλογαιοκτημόνων, λάμβαναν στρατιωτική εκπαίδευση στην Πρωσία (μετέπειτα Γερμανία). Αν και οι απόγονοι των Λευκοφρουρών δεν το αρνήθηκαν ποτέ, προσπάθησαν να το υποβαθμίσουν ανάγοντας το στις συνθήκες και νόρμες της εποχής, τάσσοντας ως αντιπαράδειγμα τον «αλτρουιστικό πατριωτισμό τους». Πόσο αστείο όμως φαίνεται όταν άνθρωποι που σνομπάρουν τον πολιτισμό της χώρας τους προτιμώντας άλλους, ή ακόμα και έχουν κακή γνώση της εθνικής γλώσσας τους, πάνε να διαμορφώσουν μία ολόκληρη ιστοριογραφία και εθνογραφία, πατώντας επί πτωμάτων και επί άλλων λαών, καλλιεργώντας μια πολιτική του μίσους, ενώ ο δικός τους λαός ζούσε τόσους αιώνες μαζί με Ρώσους, Καρελιανούς, Σάμι αλλά και Σουηδούς -δεν ήταν όλοι τους άλλωστε ελίτ- δίχως οι εθνικές διαφορές να είναι παράγοντας διχόνοιας μεταξύ αυτών;
Στην αντίπερα όχθη, τα ονοματεπώνυμα όλων των ηγετών των Κόκκινων είναι φινλανδικά. Δεν πρόκειται όμως για μία σύγκρουση στην σφαίρα των ιδεών και του πολιτισμού, μην πάει εκεί το μυαλό σας. Πρόκειται για την καθαρή αντανάκλαση των παραγωγικών σχέσεων της εποχής στην ίδια την κουλτούρα και εκπαίδευση.
Στο σήμερα
Βέβαια, πλέον έχει γίνει κατανοητό ότι δεν έχει σημασία τόσο η ιστορία αυτή καθ’αυτή όσο η εργαλειοποίηση της, η καλλιέργεια αφηγημάτων για την εξυπηρέτηση της πολιτικής. Τι κι αν αγωνίστριες όπως η Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα) και η Ευθυμία Πατσιά δώσανε την ζωή τους στην μαχή κατά των Γερμανών, Βουλγάρων και ντόπιων συνεργατών τους, την ώρα που οι παππούδες των σύγχρονων ελληναράδων άλλαζαν κάθε ώρα τα σώβρακα τους στο Κιλκίς όταν αυτό πολιορκούνταν από τον ΕΛΑΣ; Αν το κυρίαρχο αφήγημα μιλά για «5η φάλαγγα» και για πράκτορες ενός κράτους το οποίο καλά καλά δεν έχει δικό του στρατό και είναι στο έλεος των γειτόνων του, ε αυτό θα ισχύει αργά ή γρήγορα. Τι κι αν η συμφωνία των Πρεσπών προβλέπει επιτήρηση του εναέριου χώρου της χώρας από την Ελλάδα; Τι κι αν ο ελληνικός στρατός συνέβαλε στην κατάπνιξη της αλβανικής εξέγερσης το 2001; Τι κι αν η Β. Μακεδονία έγινε μέλος του ΝΑΤΟ μόνο όταν έγινε άρση του ελληνικού βέτο; Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχουν σημασία για τον υποτακτικό ανθρωπάκο, που θα θυμηθεί την πατρίδα όταν μια μπάντα παίζει το «Σόφκα» στην Φλώρινα και όχι όταν η κυβέρνηση του πετά στον δρόμο συμπολίτες του για χρέη στις τράπεζες, ή βγαίνει ευθέως και λέει ότι τα παιδιά του οφείλουν να γίνουν κρέας για τα κανόνια. Αλλά μπορούμε να καταλογίσουμε την ευθύνη εξ’ ολοκλήρου στον ίδιο;
Εν τέλει όμως, την ιστορία την γράφει αυτός που ελέγχει το αφήγημα. Αυτός που κερδίζει την κρίσιμη μάχη στην γενικευμένη ταξική πάλη, είτε αυτή εκφράζεται ως εμφύλιος πόλεμος, είτε ως κυβερνητικός-αντικυβερνητικός αγώνας. Αυτός που παίρνει τον συσχετισμό της δύναμης με το μέρος του και αναγκάζει την αντίπερα όχθη σε ήττα και συνθηκολόγηση. Αυτός είναι που θα καλλιεργήσει τις νέες συνειδήσεις, ερχόμενος σε σύγκρουση με το παλιό και εγκαινιάζοντας την εποχή του νέου και όσο δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό το πράγμα παίζοντας κρυφτό με γενικότητες περί δημοκρατίας, ελευθερίας της τέχνης, τόσο ο εχθρός θα τρίβει τα χέρια του ικανοποιημένος με αυτή την αναμφισβήτητη ιδεολογική ηγεμονία που απολαμβάνει.
