Προφανώς, τα κβάντα ήταν και παραμένουν το αγαπημένο ξόρκι αυτών που δεν καταλαβαίνουν Χριστό από Νευτώνεια μηχανική και χρειάζονται οδική βοήθεια για να αλλάξουν ρόδα.
Βρίσκω να υπάρχει μια παράλληλη εξέλιξη στο έργο τους που απηχεί την, τελικά οριστική, χρεοκοπία της υπόσχεσης της επανάστασης.
Αν ήταν να ποντάρω σε μια κοινωνική αλλαγή, σίγουρα δεν θα βασιζόμουν σε εκείνο τον ανθρωπότυπο που νιώθει άνετα μέσα στα ρούχα του αδικημένου.
Ίσως δεν είναι και τόσο ορθολογισμός εκείνη η καρικατούρα καινοτομίας που οδηγεί κάποιους βλαμμένους να πνιγούν κάνοντας τουρισμό σε τόπο μαζικής καταστροφής.
Συμβαίνει το εξής υποκριτικό: ενώ τα πιο καλοβαλμένα κοινωνικά στρώματα κατεξοχήν διαπνέονται από ατόφιο συντηρητισμό, είναι ακριβώς εκείνα που με μεγαλύτερη ζέση κουνάνε το δάχτυλο.
Η θρυλούμενη ομορφιά της χώρας, με την οποία έχουν γαλουχηθεί γενιές Ελλήνων, είναι σαν τα μικροαστικά σαλονάκια των 60s, που άνοιγαν μια φορά τον χρόνο.
«Σε μια χώρα που δεν έχει δει πόλεμο στο έδαφός της τα τελευταία 150 χρόνια, οι δημιουργοί της είναι τόσο επιρρεπείς στο post-apocalyptic».
Ένας καλλιτέχνης οφείλει να κερδίσει το δικαίωμά του να αγγίξει ό,τι γουστάρει.
Δεν θα ήταν πρώτη φορά που τα στέκια των απόκληρων γίνονται βορά σε όσους αναζητούν την εμπειρία.