ΑΘΗΝΑ
22:34
|
09.05.2021
Την κρίση του κορονοϊού κλήθηκαν να πληρώσουν οι φτωχοί (και η περίφημη μεσαία τάξη), αλλά η κοινωνική οργή εξώθησε την κυβέρνηση σε υποχώρηση.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Νωρίς το βράδυ της Κυριακής (ώρα κεντρικής Ευρώπης) ο κεντροδεξιός πρόεδρος της Κολομβίας, Ιβάν Ντούκε πραγματοποίησε έκτακτο διάγγελμα. Μπροστά στον φακό της τηλεοπτικής κάμερας και περιστοιχισμένος από υπουργούς και συνεργάτες του, ο πρόεδρος ανακοίνωσε την απόσυρση της φορολογικής του αντιμεταρρύθμισης, έπειτα από ένα κύμα πολυήμερων και ογκωδών διαδηλώσεων που συντάραξαν τη χώρα από άκρη σε άκρη και στοίχισαν τη ζωή σε 37 διαδηλωτές έπειτα από το όργιο στρατιωτικής και αστυνομικής βίας που ακολούθησε για την καταστολή και τη διάλυση των μεγάλων συγκεντρώσεων, ειδικά την Πρωτομαγιά. Ήταν μία νίκη του λαϊκού κινήματος στη λατινοαμερικανική χώρα, που προήλθε από τη μαζικότητα και τη σφοδρότητα της αντίστασης, αν και ουκ ολίγοι αναλυτές βλέπουν απλώς στρατηγικό ελιγμό από πλευράς της κυβέρνησης, η οποία δεν δείχνει στην πραγματικότητα διάθεση υποχώρησης, διαλόγου και επαναπροσδιορισμού της σκληρής νεοφιλελεύθερης πολιτικής της. Πώς όμως φτάσαμε σε αυτό το σημείο καμπής και αναδίπλωσης της κυβέρνησης Ντούκε;

Την περασμένη Πέμπτη, 29 Απριλίου η Κολομβία βρισκόταν σε κρίσιμο σταυροδρόμι από κάθε άποψη. Εκείνη τη μέρα, ανακοινώθηκαν 505 νεκροί από την Covid-19, ο δεύτερος υψηλότερος ημερήσιος απολογισμός από τη στιγμή που ξέσπασε η υγειονομική κρίση του κορονοϊού στη χώρα, καθώς και 17.308 νέες περιπτώσεις ασθενών της νόσου. Η κυβέρνηση του πρόεδρου, Ιβάν Ντούκε έκανε έκκληση στους πολίτες να επιδείξουν αίσθημα υψηλής ατομικής και κοινωνικής ευθύνης μπροστά στην εξάπλωση της νόσου και να επιστρέψουν στα σπίτια τους. “Δεν είναι ώρα για διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες” υπογράμμιζε η προεδρία της Κολομβίας στην επίσημη ανακοίνωση της.

Την προηγούμενη μέρα, στην πρωτεύουσα, Μπογκοτά και σε ακόμη 40 μεγάλες και μικρές πόλεις της χώρας, εκατομμύρια λαού, ορισμένοι υπολογίζουν τουλάχιστον πέντε, είχαν κατέβει ταυτόχρονα και μαζικά στις πολυπληθέστερες και δυναμικότερες διαδηλώσεις της τελευταίας τουλάχιστον δεκαετίας. Μια έκρηξη οργής και αγανάκτησης διαπερνούσε σαν ηλεκτρικό ρεύμα την κολομβιανή κοινωνία, κυρίως τους φτωχούς αγρότες της περιφέρειας, αλλά και πάρα πολλούς αστούς της περίφημης μεσαίας τάξης.

Αφορμή αυτής της σίγουρα αναπάντεχης και προφανώς παράδοξης “συμμαχίας” ήταν η αποσυρμένη μέχρι νεωτέρας νομοθεσία περί φόρων και τελών που θα επέβαλε ως αντιμεταρρύθμιση η κυβέρνηση Ντούκε, προκειμένου να καλυφθεί η ελεύθερη πτώση της οικονομίας εν μέσω πανδημίας και ο βαρύς λογαριασμός από τα λοκντάουν της περασμένης χρονιάς. Όμως οι αιτίες για τη σχεδόν παλλαϊκή αποδοκιμασία της κυβέρνησης του κεντροδεξιού Δημοκρατικού Κόμματος βρίσκονται στη συνολική κοινωνική και οικονομική της πολιτική, την ευρεία και δολοφονική χρήση αστυνομικής βίας κατά πάντων, καθώς και στον τρόπο που έχει χειριστεί τα ζητήματα της ειρήνευσης και της τύποις εθνικής συμφιλίωσης μετά την κατάθεση των όπλων από τις Επαναστατικές Ένοπλες Ομάδες της Κολομβίας, δηλαδή τους αντάρτες των FARC.

Ο στρατός και η αστυνομία σκοτώνουν ατιμώρητα

Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο κομβικό σημείο. Από την αρχή της χρονιάς, 22 πρώην μέλη και ηγέτες των FARC έχουν εξαφανιστεί ή δολοφονηθεί από τον στρατό και την αστυνομία της Κολομβίας, παρά το γεγονός ότι υπάρχει ενεργή, συναινετική και ευρείας κοινωνικής αποδοχής συμφωνία αμνήστευσης των αριστερών ανταρτών, με εξαίρεση τα αυστηρώς προσδιορισμένα ηγετικά εκείνα στελέχη που οφείλουν να παρουσιαστούν και να δικαστούν στο Ειδικό Δικαστήριο για την Ειρήνη, για εγκλήματα κοινού ποινικού δικαίου, όπως εκείνα της απαγωγής ή του εμπορίου ναρκωτικών. Φαίνεται όμως ότι ο στρατός έχει μια εντελώς διαφορετική, αρκούντως αιματηρή και οπωσδήποτε τυφλή και εκδικητική αντίληψη για την απονομή “δικαιοσύνης” στη χώρα, έξω και πέρα από τα συμφωνηθέντα μεταξύ αστικού πολιτικού κόσμου και επαναστατικής και ένοπλης αριστεράς.

Παράλληλα, τουλάχιστον 59 συνδικαλιστές και πρόεδροι σωματείων είτε έχουν εξαφανιστεί είτε έχουν εκτελεστεί σε “περίεργες” επιθέσεις “αγνώστων”, που κατά πάσα πιθανότητα ενεργούν στο πλαίσιο συνεργασίας των εργοδοτών με το παρακράτος και το οργανωμένο έγκλημα. Στο ίδιο πάντα μοτίβο, και εδώ και περίπου δύο χρόνια, έχει εκτραχυνθεί η αστυνομική βία και καταστολή, με πρώτο θύμα, τον νεαρό απεργό εργάτη Ντίλαν Κρουζ ο οποίος δολοφονήθηκε από άγνωστο έως σήμερα αστυνομικό στη διάρκεια μιας απεργίας, στις 29 Νοεμβρίου 2019. Ο αστυνομικός είχε πυροβολήσει τον Κρουζ στο κεφάλι με όπλο εκτόξευσης πλαστικών σφαιρών και ο νεαρός είχε πεθάνει μετά από πολύωρη μάχη με τον θάνατο στο νοσοκομείο. Δεν ήταν το πρώτο ούτε το τελευταίο θύμα αστυνομικής βίας κατά τη διάρκεια απεργιών τα τελευταία χρόνια στην Κολομβία, ήταν όμως η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, ένας Λατινοαμερικανός “Τζορτζ Φλόιντ”, με τη διαφορά ότι ο αστυνομικός που σκότωσε τον Κρουζ δεν έχει ακόμη βρεθεί και σταθεί ενώπιον ενός δικαστηρίου για να λογοδοτήσει για την αποτρόπαια πράξη του. Με άλλα λόγια, το έγκλημα συγκαλύφθηκε προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη οργή ειδικά ανάμεσα στους νέους εργαζόμενους.

Στις πολύμηνες και αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις που ακολούθησαν το κουκούλωμα της υπόθεσης Κρουζ, και ενώ η υγειονομική κρίση της Covid-19 είχε ήδη ξεσπάσει, δολοφονήθηκε από αστυνομικούς ο δικηγόρος Χαβιέ Ορντονέζ στις 16 Σεπτεμβρίου 2020. Οι αστυνομικοί είχαν συλλάβει τον δικηγόρο και είχαν διοχετεύσει στο κορμί του αλλεπάλληλες “αθώες” δόσεις ηλεκτρικού ρεύματος με τέιζερ προκειμένου να τον ακινητοποιήσουν και να του περάσουν χειροπέδες. Στην πραγματικότητα, τον σκότωσαν κατακαίγοντας τον. Στις διαδηλώσεις που ακολούθησαν τον φόνο του Ορντονέζ, η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε 13 άτομα στη Μπογκοτά και ακόμη 14 στο Κάλι. Το καζάνι της κοινωνίας κόχλαζε εδώ και καιρό και η αστυνομία απαντούσε προσθέτοντας θύματα στον μακάβριο απολογισμό της κρατικής βίας.

Ο σκληρός απολογισμός μιας διπλής κρίσης

Πικρό κερασάκι στην τούρτα αυτής της έκρυθμης κατάστασης, ήταν το ξέσπασμα της πανδημίας. Διαλυμένα νοσοκομεία, υποχρηματοδοτούμενο σύστημα υγείας, αρχικά παγερή αδιαφορία της κυβέρνησης Ντούκε για το δράμα των θυμάτων, μια χωρίς σταματημό άνοδος θανάτων και κρουσμάτων, συνολικά 73.230 και 2.841.934 αντίστοιχα, οδήγησε σε ένα πολιτικά σπασμωδικό, οικονομικά καταστροφικό και υγειονομικά αυτοκτονικό λοκντάουν που κατακρήμνισε την οικονομία, δεν σταμάτησε την εξάπλωση της νόσου και έριξε περίπου 21 εκατομμύρια Κολομβιανούς σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και απόλυτης ένδειας – με άλλα λόγια σχεδόν ένας στους δύο κατοίκους της χώρας των 50,4 εκατομμυρίων δεν είχε αρκετά χρήματα για να αγοράσει έστω τα απαραίτητα μέσα στο 2020 και τους πρώτους μήνες του 2021. Το 2020, λόγω του λοκντάουν, έκλεισαν 500.000 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, η ανεργία εκτοξεύτηκε στο 22% και μόνο 2,3 εκατομμύρια οικογένειες μπορούσαν να έχουν δύο πιάτα ζεστό φαγητό στο τραπέζι τους κάθε μέρα. Μέσα σε αυτές τις πολιτικές, κοινωνικές, υγειονομικές και συγκρουσιακές συνθήκες, η κυβέρνηση Ντούκε αποφάσισε να ανακοινώσει τον νόμο περί “φορολογικής μεταρρύθμισης” προσδιορίζοντας το ποιοι θα καλούνταν να πληρώσουν την κρίση του κορονοϊού: οι πλέον φτωχοί και η μεσαία τάξη οριζόντια στις (ιδιωτικές) υπηρεσίες δημόσιας ωφέλειας και σε βασικά είδη πρώτης ανάγκης και καθημερινής χρήσης.

Φόροι, φόροι, φόροι

Σύμφωνα με τη νέα φορολογική νομοθεσία [και μέχρι τη στιγμή της προσωρινής (;) απόσυρσης της], οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου και νερού επιβαρύνονταν με έναν έκτακτο φόρο 19% επί της κατανάλωσης. Επιβαλλόταν για πρώτη φορά, φόρος παραγωγής σε όλα τα αγροτικά προϊόντα της χώρας, ο οποίος θα αύξανε κατά 13% τα φορολογικά βάρη κάθε αγρότη, αναδρομικά από την αρχή του έτους, και ταυτόχρονα φόρος κατανάλωσης επιπλέον 11% σε όλα τα γαλακτοκομικά είδη διατροφής, το ψάρι και το κρέας. Για όλους τους κατόχους σύνδεσης στο διαδίκτυο, προέκυπτε ένας επιπλέον φόρος 19% επί του κόστους τηλεφωνικής και διαδικτυακής παροχής. Σε αντίστοιχη φορολόγηση θα υπόκειντο και όλα τα εισαγόμενα είδη που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό εμπόριο και την κατανάλωση, όπως οι τηλεοράσεις και οι φορητοί υπολογιστές. Για παράδειγμα, φορητός υπολογιστής που θα εισαγόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και έως σήμερα στοίχιζε 1.829.249 πέσο Κολομβίας (490 δολάρια ΗΠΑ) θα στοίχιζε 2.187.633 πέσο Κολομβίας (586 δολάρια ΗΠΑ). Επιπρόσθετα, το κόστος για τα έξοδα κηδείας προσαυξανόταν κατά 25% και μετατίθετο έτσι ολοκληρωτικά στις πλάτες των οικογενειών και των θυμάτων της Covid-19 η “ατομική ευθύνη” νόσου και θανάτου, όπως το έθεσαν εύστοχα οι διαδηλωτές στη Μπογκοτά. Τέλος και για πρώτη φορά, καθιερώνονταν διόδια για τους ιδιοκτήτες μεταφορικών μέσων μέσα σε όλα τα αστικά κέντρα ανάλογα με τον αριθμό των μετακινήσεων κάθε μέρα, ενώ αυξάνονταν οι φόροι κατανάλωσης και χρήσης στη βενζίνη. Αποτέλεσμα των παραπάνω μέτρων θα ήταν (ή θα είναι, ο χρόνος θα δείξει) η εκτόξευση των τιμών στα εισιτήρια, στο δίκτυο των δημοτικών μεταφορών που είναι πλήρως ιδιωτικοποιημένες, και στο κόστος μεταφοράς, αγοράς και κατανάλωσης τροφίμων, πέρα από τη διπλή έμμεση φορολογία από το χωράφι στο ράφι και από τη γη της παραγωγής στο τραπέζι της κατανάλωσης.

Η φοροεπιδρομή της κυβέρνηση Ντούκε συνδυαζόταν με ένα τεράστιο ψαλίδι περικοπών στην παιδεία, την υγεία και τις κοινωνικές παροχές προς τους άνεργους και νέους εργαζόμενους “πρώτης ευκαιρίας”, ενώ όπως υπαγορεύει το εγχειρίδιο του εφαρμοσμένου νεοφιλελευθερισμού, αυξάνονταν κατά 27% για την επόμενη διετία, οι κρατικές δαπάνες για τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας και παράλληλα θα προχωρούσε η περαιτέρω μείωση του κατώτατου μισθού που σήμερα διαμορφώνεται στα 1.037.819 πέσο Κολομβίας (278 δολάρια ΗΠΑ). Παρεμπιπτόντως, ο πρόεδρος απέφυγε να αναφερθεί σε αυτό το σκέλος των μέτρων κατά τη διάρκεια του σύντομου διαγγέλματος του. Επομένως η προσωρινή απόσυρση της φοροεπιδρομής ενδεχομένως δεν περιλαμβάνει και τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος πρόνοιας και τις αντίστοιχες αυξήσεις στο αστυνομικό κράτος βίας και καταστολής.

Μαζικές διαδηλώσεις, αιματηρή καταστολή

Κάπως έτσι, η Κολομβία πήρε φωτιά. Οι διαδηλώσεις ήταν μαζικές, συμπαγείς, ογκώδεις καθ’ όλη τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ημερών. Ειδικά τη σημαδιακή ημέρα της Πρωτομαγιάς, η λαοθάλασσα της Μπογκοτά πρέπει να ξεπερνούσε τους 500.000 συγκεντρωμένους διαδηλωτές (η πόλη έχει πληθυσμό 7,2 εκατομμύρια κατοίκους) που απαιτούσαν τραγουδώντας εν χορώ την παραίτηση του προέδρου Ντούκε. Αυτός απάντησε με την επιβολή μιας ερμαφρόδιτης κατάστασης ενός “περίπου” στρατιωτικού νόμου, καλώντας τον στρατό να κατέβει στους δρόμους και να διαλύσει τις συγκεντρώσεις επικαλούμενος τις “έκτακτες περιστάσεις της πανδημίας”. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν, σκοτώθηκαν τουλάχιστον 37 συγκεντρωμένοι απεργοί και διαδηλωτές από τα άρματα μάχης και τους στρατιώτες. Την ίδια ώρα, στην πόλη Κάλι, διαδηλωτές πυρπολούσαν λεωφορεία και αστυνομικά τμήματα, με τους αστυνομικούς να απαντούν με βροχή από δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες. Στην αναμέτρηση, πήραν μέρος και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου διαπιστώθηκαν πολλά περιστατικά λογοκρισίας, όπως για παράδειγμα συνέβη με τον λογαριασμό του πρώην προέδρου της χώρας, Αλβάρο Ουρίμπε στο Τwitter, από όπου “κατέβηκαν” για πολλές ώρες και “ανεξήγητα” αναρτήσεις καταγγελίας για την αστυνομική βία κατά των διαδηλωτών. Ένα από τα πολλά μελανά σημεία των καιρών μας.

Όπως κι αν έχει, στην παρούσα φάση, η υποχώρηση της κυβέρνησης Ντούκε έγινε δεκτή με πανηγυρισμούς στους δρόμους της Μπογκοτά και των άλλων πόλεων της Κολομβίας. Θεωρείται, δικαίως, νίκη των απεργών και διαδηλωτών. Η φορολογική αφαίμαξη δεν πέρασε. Μένει να δούμε αν και κατά πόσο αυτή η επιλογή της κυβέρνησης αποτελεί ειλικρινές και ξεκάθαρο δείγμα αλλαγής πολιτικής ή επικοινωνιακό τακτικισμό. Πάντως οι πολίτες της Κολομβίας γνωρίζουν ήδη πως παρά την άγρια, δολοφονική και αιματηρή, στρατιωτική και αστυνομική βία, οποιαδήποτε επαναφορά της φορολογικής επιδρομής θα τους φέρει ξανά στους δρόμους και τις πλατείες του αγώνα. Γιατί μόνο όσοι αγώνες δεν δόθηκαν είναι οι πραγματικά χαμένοι. 

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Παρατείνεται το καθολικό lockdown στην Κάλυμνο

Self-test δύο φορές την εβδομάδα για τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα

Στη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης στο Στρασβούργο ο Απόστολος Τζιτζικώστας

76 χρόνια μετά…

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα