Την καλησπέρα μου σε όλες τις απελπιστικά αγανακτισμένες υπάρξεις,
Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Το αφήγημα έχει καταρρεύσει και η μουσική δεν υπάρχει πια. Ούτε η πλατεία Ομονοίας υπάρχει. Τα πηγαδάκια έχουν εξαφανιστεί. Οι αριστεροί έπαψαν να κολλούν αφίσες στις σκάλες του μετρό. Δεν υπάρχουν πλέον μεγάλα γεγονότα. Ή καλύτερα τα μεγάλα γεγονότα μάς φαίνονται μικρά. Τόσο μικρά που τα ξεχνάμε προτού προκάνουμε να τα αφηγηθούμε.
Στη στοά δεν πουλάνε σπετσοφάι. Τα θρυλικά κοτοπουλάδικα έχουν σβηστεί απ’ τον χάρτη και ο αφαλός της πόλης έχει πλέον γίνει μελανός, σαν από εσωτερικό αιμάτωμα. Έχει το χρώμα του ουρανού που απλώνεται πίσω απ’ το πένθιμο κτίριο του Hondos. Ώρα επτά και μισή τ’ απόγεμα. Απ’ τα μεγάφωνα ακούγεται η φωνή του Σινάτρα. Το αφήγημα έχει καταρρεύσει και η μουσική δεν υπάρχει πια. Δεν βγάζει νόημα ο ρυθμός της. Απ’ τα μεγάφωνα ακούγεται η φωνή του Σινάτρα: ‘I’m dreaming of a white Christmas, Just like the ones I used to know’.
Μια άστεγη αδειάζει μανιωδώς τον κάδο απορριμμάτων έξω απ’ το μετρό. Κανείς δεν θα μιλήσει γι’ αυτήν. Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μετακινεί τον κάδο μέσα στον δρόμο. Τ’ αυτοκίνητα περνάνε δίπλα της χωρίς να κόβουν ταχύτητα. Η γυναίκα εκσφενδονίζει αντικείμενα. Βρίσκει ένα κασκόλ. Το περνάει στον λαιμό της σαν θηλιά. «Δεν υπάρχει φαγητό εδώ» μονολογεί και κλωτσάει τον κάδο. Ούτε η πλατεία Ομονοίας υπάρχει. Η φωνή του Σινάτρα σταματάει. Η γυναίκα ουρλιάζει: «Πεινάω ρε μαλάκες». Δεν υπάρχει μουσική εδώ, μόνο αγανάκτηση και αγωνία. Ένα αυτοκίνητο πέφτει στη λακκούβα. Τη λούζει με λασπόνερα. «Υπάρχω, ρε καριόλη» στριγγλίζει συμπυκνώνοντας έναν αναστεναγμό περίπου εθνικού βεληνεκούς με καζαντζίδειο τρόπο. Μόνο που η γυναίκα δεν υπάρχει, ούτε η πλατεία Ομονοίας υπάρχει, ούτε η μουσική.
Τρεις πιτσιρικάδες από το Μπαγκλαντές κουβαλάνε δύο σακιά με μανταρίνια έκαστος. Πίσω ένας Ελληναράς με τα χέρια στις τσέπες φωνάζει: «Προχώρα πιο γρήγορα, ρε σκύλε. Έχει πιάσει ψιλόβροχο». Ένα σακί σκίζεται. Τα μανταρίνια ξεχύνονται ξέφρενα στον δρόμο. Ένα αεροπλάνο διασχίζει τα ουράνια. Απ’ την οπτική του πιλότου τα μανταρίνια θυμίζουν πορτοκαλί βόλους. Ο Ελληναράς συνεχίζει να φαίνεται μαλάκας απ’ όποια οπτική κι αν τον δούμε. «Άχρηστε τα έχει πληρώσει η γυναίκα», λέει και απελευθερώνει μια καρπαζιά στο σβέρκο του τσιρικουπί. Ο μικρός φτύνει στον δρόμο για να μην τον φτύσει στη μάπα. Κανείς δεν θα αφηγηθεί την ιστορία του. Δεν είναι χριστουγεννιάτικη. Η πλατεία Ομονοίας δεν υπάρχει. Ούτε ο πιτσιρικάς.
Ένας ταρίφας τσακώνεται με τον πελάτη του. Έχουν βγει απ’ το αυτοκίνητο κι ετοιμάζονται να πιαστούν στα χέρια. «Δεν είναι δικό μου το ταξί. Δεν υπάρχει POS». Ούτε πλατεία Ομονοίας υπάρχει, ούτε μουσική. Μόνο μπινελίκια. Ο ταρίφας μιλάει φτύνοντας. Ο πελάτης κλωτσάει πρώτα την ρόδα του οχήματος και λίγο αργότερα το καλάμι του οδηγού. Δεν υπάρχουν μονιασμένοι εδώ, ούτε εθνική ομόνοια υπάρχει. Μόνο εθνικοί αναστεναγμοί. Ο ταρίφας προχωρά νευριασμένος στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Ανοίγει το πορτμπαγκάζ. Βγάζει έναν λοστό. Χτυπάει τον πελάτη στο πρόσωπο. Εκείνος φτύνει έναν κυνόδοντα, δυο μικρά κομμάτια από τα μπροστινά του δόντια και αρκετό αίμα. Δεν υπάρχουν μονιασμένοι εδώ, ούτε εθνική Ομόνοια υπάρχει.
Μια γυναίκα περνά τα φανάρια της πλατείας. Φτάνοντας στον Γρηγόρη φέρνει το κινητό, που μέχρι τότε είχε στο αφτί της, μπροστά απ’ το στόμα της και μιλάει έντονα. «Δεν σε θέλω, άλλο ρε. Μ’ αρρώστησες. Να πας στη μάνα σου. Αυτό είναι το resolution μου. Δεν σε θέλω άλλο. Βρωμάς». Τα σάλια της καταλήγουν στη φωτεινή οθόνη. Δεν υπάρχει μουσική πιά. Μόνο χρόνια καταπίεση κι αστραπιαία ξεσπάσματα.
Ένας άντρας σκυφτός, γύρω στα 55 κατευθύνεται νευρικά προς τη νεκρή πλατεία. Βρίσκεται μπροστά απ’ το ιστορικό τσοντάδικο Κosmopolit. Δεν υπάρχει η πιάτσα εκεί. Ούτε τσόλια, ούτε καύλα. «Αφού σου είπα να μείνουμε μέσα. Κανείς δεν βγαίνει τις γιορτές. Τι κατάλαβες τώρα που θα μας δούνε όλοι;», μονολογεί. Κοιτάει μόνο τα παπούτσια του μέχρι που φτάνει μπροστά στον Γρηγόρη. Περνά δίπλα από τη γυναίκα που φωνάζει στο κινητό της. Οι διαδρομές τους όμως δεν διασταυρώνονται, γιατί δεν τους ανήκουν.
Βάζει το χέρι του στην τσέπη. Βγάζει καμιά δεκαριά δελτία στοιχήματος. «Μια ζωή κουβά», λέει. Πλησιάζει την παρέα που κάθεται στο γωνιακό τραπέζι. «Θέλω αναπτήρα», ξεστομίζει και απλώνει το χέρι του στο ξένο τραπέζι. Κανείς δεν αποκρίνεται. Ο άντρας δεν υπάρχει. Ούτε οι ανάγκες του. Η ιστορία του δεν είναι χριστουγεννιάτικη. Γι’ αυτό δεν την ακούμε. Γι’ αυτό, κι επειδή αφήγημα έχει καταρρεύσει και η μουσική δεν υπάρχει πια. Ούτε η πλατεία Ομονοίας υπάρχει. Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Είθε φέτος οι δρόμοι να ‘ναι δικοί μας,
Κι οι ιστορίες μας να μας ανήκουν όπως κι οι διαδρομές μας.
Απ’ το εμπόλεμο αθηναϊκό κέντρο,
Για το Κοσμοδρόμιο
Η Γειτόνισσα.
